- κάθεφθος
- κάθ-εφθος, stark-, ausgekocht
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
κάθεφθος — και κάτεφθος, ον (Α) βρασμένος καλά, καλοβρασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἑφθός (< ἕψω «βράζω»). Μαρτυρείται και ο τ. κάτ εφθος, που θα περίμενε κανείς, λόγω τού νόμου τής ανομοιώσεως τών δασέων] … Dictionary of Greek
κάθεφθος — boiled down masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθέφθω — κάθεφθος boiled down masc/fem/neut nom/voc/acc dual κάθεφθος boiled down masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κάθεφθον — κάθεφθος boiled down masc/fem acc sg κάθεφθος boiled down neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθεφθοτέρῳ — κάθεφθος boiled down masc/neut dat comp sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθέφθοισιν — κάθεφθος boiled down masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθέφθου — κάθεφθος boiled down masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθέφθους — κάθεφθος boiled down masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθέφθῳ — κάθεφθος boiled down masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κάθεφθα — κάθεφθος boiled down neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κάθεφθοι — κάθεφθος boiled down masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)